Πληκτρολογήστε αυτό που ψάχνετε:

Καλωσήλθατε στο RockinWood

0
  • Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι.
Search
 

Μεγάλο Σάββατο προ Κορονοϊού

RockinWood / Uncategorized  / Μεγάλο Σάββατο προ Κορονοϊού

Μεγάλο Σάββατο προ Κορονοϊού

Μεγάλο Σάββατο στη Βαφοπουλου (προ Κορονοϊού) :


Τραπεζάκια έξω, τα πλατάνια πράσινα ξανά, ο ίσκιος τους πολύτιμος, πίνουμε καφεδάκι στα γρήγορα, πριν αρχίσουν να έρχονται οι πελάτες για τις τελευταίες πασχαλινές αγορές. Η Κυβέλη από τη διπλανή μπουτίκ σκουπίζει ακόμη. Με τα παρτέρια ανάμεσά μας, ανταλλάσουμε πρωινές καλημέρες και γκρινιάζουμε για την ατελείωτη γύρη που έχει καλύψει τα πάντα, για τα κακά του σκύλου της γειτόνισσας που – τι περίεργο – ξέχασε πάλι να μαζέψει, για τις γόπες μπροστά στο πεζοδρόμιο.

Περνάει ο Νίκος, ίδιος ο Κηλαηδόνης βρε παιδί μου, καλημερίζει και εύχεται καλή Ανάσταση. Ωπ! Ο κύριος Άγγελος βγήκε να χαρεί τον ήλιο, με ένα φλιτζανάκι ελληνικό καφέ στο χέρι. Καλημέρα! Όλα καλά? Η Λένα περνάει το δρόμο για να έρθει στο μαγαζί της, δίπλα μας. ‘Καλημέρα παιδιά! Πώς πήγε χθες? Είχε δουλειά? ‘ Πριν προλάβουμε να απαντήσουμε, βγαίνει από την οικοδομή η Άννα με ένα δίσκο γεμάτο νηστίσιμες μπουκίτσες. ‘Για να κρατηθείτε μέχρι το απόγευμα που θα πάτε σπίτι’ λέει. Ποιος είπε ότι οι Γερμανοί είναι ψυχροί άνθρωποι, σκέφτομαι.

Στο μεταξύ μπαινοβγαίνουν στην οικοδομή η Έλσα με τις τσάντες από το μασούτη και την ατάκα πάντα έτοιμη – κάτι λέμε, γελάμε – η Λίλα με εκείνο το πανέμορφο πλάσμα τη Μυρτώ στο καρότσι, ο άλλος Νίκος, η Κατερίνα, η κοπέλα με το Λαμπραντόρ… χάσαμε το μέτρημα στις καλημέρες και τα χρόνια πολλά!


Μπαίνω μέσα να πάρω τα τσιγάρα από την τσάντα μου και πίσω μου μπαίνει η Λεμονιά, φωνάζοντας ‘καλημέρα αγάπες μου’ και ρίχνοντας κέρματα στο πάτωμα ‘για το καλό! Γιατί είμαι και γουρλού!’ λέει και γελάει.


Έρχεται φουριόζα η Στέλλα από το βιβλιοπωλείο. Για δες που έπιασαν κιόλας τα ξόρκια της Λεμονιάς! Κάποιον θυμήθηκαν με τη Τζίνα και ήρθε να του πάρει δώρο. ‘Το τελευταίο’ μου λέει, αλλά δεν την πιστεύω. Μέχρι το μεσημέρι θα ξανάρθει. Βάζω στοίχημα! Κανέναν δεν αφήνει χωρίς δώρο. Τυλίγω αυτό που διάλεξε, τις ευχές θα τις πούμε το απόγευμα στο κλείσιμο, βγαίνω στην πόρτα να την ξεπροβοδίσω. Από το απέναντι πεζοδρόμιο περνάει ο Διονύσης από το Ωραίον Ντεπώ. ‘Καλημέρα σύντροφοι’ φωνάζει, λέμε κάνα δυο χαζομάρες, γελάμε, τραντάζονται τα δύο μέτρα μπόι του. Τον αγαπώ! Πάντα με κάνει να γελάω.


Δεν προλαβαίνουμε να πιούμε μια γουλιά καφέ με το Γιώργο και έρχεται η Γιωργία από τη διπλανή οικοδομή. Κάτι διακοσμητικό θέλει αυτή τη φορά, αφού λαμπάδες και δώρα για τα βαφτιστήρια ψώνισε πριν λίγες μέρες. Καταλήγουμε να συζητάμε για τις δουλειές του σπιτιού, για τα παιδιά μας, για τον ελεύθερο χρόνο που δεν έχουμε. Και πριν τελειώσει η Γιωργία, μπαίνει η πελάτισσα για το ‘δώρο της εβδομάδας’, έτσι το λέμε αστειευόμενες, αφού κάθε βδομάδα κάτι θα αγοράσει για την ανηψουλα της. Μιλάμε για τα μικρούλια της, τα μικρά της φιλαράκια στα Πομακοχώρια. Κάτι θέλει να πάρει και για εκείνα. Την αγαπώ που μιλάει έτσι γι αυτά τα παιδιά. Φεύγει και αμέσως μπαίνει η Αμαλία που ξέρει απ’ έξω όλες τις χειροτεχνίες της Djeco. Διαλέγει για τα δίδυμα. Τα τυλίγουμε, γιατί όπως λέμε, η μισή χαρά κρύβεται στο σκίσιμο του περιτυλίγματος ενός δώρου, λέμε διάφορα, γελάμε, λέει ότι της φτιάχνουμε το κέφι.


Ακούω το Γιώργο που γελάει έξω και βλέπω τη μικρή Άρτεμη με ένα σωρό ροζ κοτσιδάκια στο κεφάλι, στέκα με κέρατο μονόκερου, φουστίτσα με τούλια και όλη την τσαχπινιά του κόσμου στο βλέμμα, να προσπαθεί να τον εντυπωσιάσει. Σκαρφίζεται τα πάντα προκειμένου να τη θαυμάσει ‘ο κύριος’. Έτσι τον λέει. Και δίπλα ο Αχιλλέας ο αδερφός της, προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή του… κυρίου με άλλα καμώματα. Καλή Ανάσταση μας εύχεται η μαμά τους και τους παρακαλάει να προχωρήσουν.


Μ’ αυτά και μ’ εκείνα πέρασε η ώρα. Μεσημέριασε. Ας τσιμπήσουμε κάτι από τα καλούδια της Αννας. Την άτιμη! Πώς καταφέρνει να κάνει κάτι τόσο νόστιμο με χαρουπόμελο και βρώμη! Χτυπάει το τηλέφωνο. ‘Μέχρι ποια ώρα θα είστε εκεί παιδιά? Τελειώνουμε το τσιπουράκι κι ερχόμαστε με την κόρη μου’. Πελάτισσα αγαπημένη που μας έχει κάνει μέρος της ιεροτελεστίας του Μ. Σαββάτου και της παραμονής Πρωτοχρονιάς. Τσίπουρο και μετά RockinWood. Δε γίνεται αλλιώς!


Βρε καλώς τον Μπάμπη! ‘Ήρθα για ένα φτερωτό τσιγάρο κι εξαφανιζομαι. Χίλιες δουλειές έχω! Καλέ, μήπως πεινάτε? Να πάω να ετοιμάσω κάτι στα γρήγορα να σας φέρω?’


Άχουυυυ! Καλώς τα παλληκάρια! Ο Δημήτρης με το Γιαννάκη κάνουν τη βόλτα τους για να δώσουν λίγο χρόνο στη Χρυσάνθη να τελειώσει τις δουλειές! Αποθέωση ο Γιάννης, ζητάει πάλι γερανό. Έχουν αγοράσει αλλά ένας δεν είναι ποτέ αρκετός. Να και ο Γιάννης με το Γιωργάκη στην πλάτη, για να πάρει μια ανάσα η Βάσω. Έρχονται και ο Χρήστος με τη Μαργαρίτα και τη μικρή κοκέτα με το δολοφονικό βλέμμα. Πρέπει να αγοράσουμε κι άλλα μαξιλαράκια για το πεζούλι. Πού θα χωρέσουμε όλοι?
Ωπ! Γειά σου Μαράκι! Η μηχανικός της γειτονιάς και ενεργή ντεπολίτισσα. Καλό Πάσχα!
‘Σχόλασα παιδιά, πάω για την ξάπλα. Καλή Ανάσταση!’ φωνάζει ο Χρήστος από τα χρώματα – σιδηρικά.
‘Καλό Πάσχα κύριος Γιώργος και κυρία Σοφια’ φωνάζει η φιλιππινέζα της καρδιάς μας. ‘Καλή ξεκούραση’ ευχόμαστε εμείς ξέροντας πόσο την έχει ανάγκη.


Ακούμε τα ρολά του βιβλιοπωλείου. Συναγερμό βάζει και η Κυβέλη και με τη Λένα έρχονται προς το μέρος μας. Ευχές και από τα κορίτσια απέναντι. Καλά να περάσετε! Καλό Πάσχα! Τα ξαναλέμε την Τρίτη.


Τα πόδια πρησμένα από την ορθοστασία, το κεφάλι καζάνι, κοιταζόμαστε με το Γιώργο, καλά πήγε σήμερα, άντε πάμε να φύγουμε κι εμείς. Έχουμε και τις ετοιμασίες στο σπίτι για την Ανάσταση, πω πω τίποτα δε θα προλάβουμε…


Μεγάλο Σάββατο στο σπίτι (εν καιρώ καραντίνας):


Ξεκούραστοι, τα ψώνια τελείωσαν, οι δουλειές καμωμένες, λιακάδα έξω, γέμισε πάλι γύρη το μπαλκόνι – άτιμα πλατάνια – καφεδάκι και κους κους με τη μεγάλη, οδηγίες για το πώς να φτιάξει το σπίτι των ονείρων μας στο minecraft ζητάει ο μικρός. Όλα καλά. Πέρσι τέτοια μέρα γκρινιάζαμε που δεν προλαβαίναμε να κάνουμε τίποτα από όλα αυτά. Κι όμως κάτι λείπει… ΕΣΕΙΣ!
Καλή Ανάσταση!

No Comments

Sorry, the comment form is closed at this time.